Οι Οδηγοί Βιοδεικτών μας
Καρδιαγγειακή Υγεία
10 βιοδείκτεςΗ συνολική περιεκτικότητα χοληστερόλης στο αίμα — δομικό συστατικό κυτταρικών μεμβρανών και πρόδρομος ορμονών.
Η «καλή» χοληστερόλη που μεταφέρει την περίσσεια χοληστερόλης από τις αρτηρίες πίσω στο ήπαρ για απομάκρυνση.
Η «κακή» χοληστερόλη — μεταφέρει λίπη μέσω της κυκλοφορίας, με μικρά πυκνά σωματίδια να συνδέονται με αθηροσκλήρωση.
Λίπη που σχηματίζονται από την περίσσεια θερμίδων — υψηλά επίπεδα συνδέονται με μεταβολική και καρδιαγγειακή δυσλειτουργία.
Ο πιο ακριβής δείκτης αθηρογόνων σωματιδίων στο αίμα — μετρά τον πραγματικό αριθμό LDL-σωματιδίων που μπορούν να εισέλθουν στο αρτηριακό τοίχωμα.
Διαβάστε περισσότερα για το ApoBΣυγκριτικός λόγος μεταξύ «κακής» και «καλής» χοληστερόλης — δείκτης ισορροπίας του λιπιδαιμικού προφίλ.
Δείκτης Castelli I — εκτιμά τη συνολική ισορροπία του λιπιδαιμικού προφίλ.
Δείκτης μεταβολικής υγείας και ευαισθησίας στην ινσουλίνη — σχετίζεται με συνολική καρδιομεταβολική κατάσταση.
Δείκτης μεγέθους LDL-σωματιδίων — λόγος < 1,2 υποδηλώνει υπεροχή μικρών πυκνών σωματιδίων υψηλότερου κινδύνου.
Εργαλείο εκτίμησης 10ετούς καρδιαγγειακού κινδύνου από την Ευρωπαϊκή Καρδιολογική Εταιρεία — συνδυάζει βιοδείκτες και κλινικά δεδομένα.
Δείκτες Φλεγμονής
4 βιοδείκτεςΠρωτεΐνη που παράγεται από το ήπαρ ως απόκριση σε τραυματισμό ή φλεγμονή — αυξάνεται γρήγορα μετά από οξύ ερέθισμα.
Μετρά πολύ χαμηλά επίπεδα CRP — δείκτης χαμηλού βαθμού χρόνιας φλεγμονής που σχετίζεται με καρδιαγγειακό κίνδυνο.
Μετρά την ταχύτητα καθίζησης των ερυθρών αιμοσφαιρίων — μη ειδικός δείκτης φλεγμονώδους δραστηριότητας.
Αμινοξύ που παράγεται κατά τη διάσπαση μεθειονίνης — δείκτης μεθυλίωσης και καρδιαγγειακού/νευρολογικού κινδύνου.
Ορμόνες
11 βιοδείκτεςΣτεροειδής ορμόνη του στρες — ρυθμίζει μεταβολισμό, ανοσοποιητικό και απόκριση στο στρες.
Πρόδρομος ορμόνη οιστρογόνων και τεστοστερόνης — δείκτης λειτουργίας επινεφριδίων.
Το άθροισμα όλης της κυκλοφορούσας τεστοστερόνης — δείκτης ανδρογονικής λειτουργίας και ενέργειας.
Το βιολογικά ενεργό κλάσμα τεστοστερόνης που δεν είναι δεσμευμένο σε πρωτεΐνες μεταφοράς.
Η ισχυρότερη και αφθονότερη μορφή οιστρογόνου — ρυθμίζει εμμηνορρυσιακό κύκλο και αναπαραγωγική υγεία.
Ορμόνη παραγόμενη κυρίως από τις ωοθήκες — υποστηρίζει εμμηνορρυσιακό κύκλο και πρώιμη εγκυμοσύνη.
Ορμόνη της υπόφυσης που προάγει την ανάπτυξη ωοθυλακίων στις γυναίκες και την παραγωγή σπέρματος στους άνδρες.
Ενεργοποιεί την ωορρηξία στις γυναίκες· διεγείρει την παραγωγή τεστοστερόνης από τους όρχεις.
Πρωτεΐνη του ήπατος που ρυθμίζει πόση τεστοστερόνη και οιστρογόνα είναι ενεργά στην κυκλοφορία.
Ρυθμίζει τα επίπεδα ασβεστίου και φωσφόρου στο αίμα — κρίσιμη για οστική υγεία.
Υπολογιστικός δείκτης ανδρογονικής δράσης — λόγος ολικής τεστοστερόνης προς SHBG.
Βιταμίνες & Ιχνοστοιχεία
6 βιοδείκτεςΛιποδιαλυτή ορμόνη που ρυθμίζει την απορρόφηση ασβεστίου, την οστική υγεία και τη λειτουργία του ανοσοποιητικού. 7 στους 10 Έλληνες έχουν χαμηλά επίπεδα.
Απαραίτητη για την παραγωγή ερυθρών αιμοσφαιρίων, νευρική λειτουργία και σύνθεση DNA.
Κρίσιμη για τη σύνθεση DNA, μεθυλίωση και την κανονική διαίρεση κυττάρων.
Το πιο άφθονο μέταλλο στο σώμα — οστά, μυϊκές συστολές, μετάδοση νευρικών σημάτων.
Συμμετέχει σε 300+ ενζυμικές αντιδράσεις — ενέργεια, μυϊκή λειτουργία, ποιότητα ύπνου.
Το βιολογικά ενεργό κλάσμα του ασβεστίου — πιο ακριβής δείκτης από το ολικό ασβέστιο.
Μεταβολισμός
5 βιοδείκτεςΣτιγμιαία μέτρηση γλυκόζης αίματος μετά από 8-12 ώρες νηστείας — πρώτο σήμα προδιαβήτη.
Ο χρυσός κανόνας για τον έλεγχο γλυκόζης — αντικατοπτρίζει τον μέσο όρο γλυκόζης των τελευταίων 2-3 μηνών.
Πιο ευαίσθητος δείκτης μεταβολικής δυσλειτουργίας από τη γλυκόζη — αυξάνεται χρόνια πριν εμφανιστεί προδιαβήτης.
Τελικό προϊόν του μεταβολισμού πουρινών — υψηλά επίπεδα συνδέονται με ουρική αρθρίτιδα και μεταβολικό σύνδρομο.
Υπολογιστικός δείκτης ευαισθησίας στην ινσουλίνη — βασικός για την πρόληψη διαβήτη τύπου 2.
Ηπατική Λειτουργία
9 βιοδείκτεςΈνζυμο κυρίως ηπατικό — αυξήσεις υποδηλώνουν τραυματισμό ηπατικών κυττάρων.
Ένζυμο που βρίσκεται σε ήπαρ, καρδιά και μύες — μέρος του ηπατικού πάνελ.
Ένζυμο ευαίσθητο σε αλκοόλ και χολική στάση — δείκτης ηπατοχολικής λειτουργίας.
Ένζυμο των οστών και του ήπατος — δείκτης οστικής και ηπατοχολικής δραστηριότητας.
Προϊόν διάσπασης ερυθρών αιμοσφαιρίων — δείκτης ηπατικής μεταβολικής λειτουργίας.
Η συζευγμένη μορφή χολερυθρίνης που αποβάλλεται με τη χολή.
Η μη συζευγμένη μορφή χολερυθρίνης — υπολογίζεται από ολική και άμεση.
Η πιο άφθονη πρωτεΐνη στο αίμα — δείκτης ηπατικής σύνθεσης και θρεπτικής κατάστασης.
Άθροισμα όλων των πρωτεϊνών στον ορό — αλβουμίνη και σφαιρίνες.
Νεφρική Λειτουργία & Ηλεκτρολύτες
13 βιοδείκτεςΠαράγωγο μυϊκού μεταβολισμού — βασικός δείκτης νεφρικής λειτουργίας.
Άζωτο από την ουρία — εκτιμά νεφρική λειτουργία και κατάσταση ενυδάτωσης.
Τελικό προϊόν πρωτεϊνικού μεταβολισμού — αποβάλλεται κυρίως από τα νεφρά.
Πιο ευαίσθητος δείκτης σπειραματικής διήθησης από την κρεατινίνη — δεν επηρεάζεται από μυϊκή μάζα.
Βασικός ηλεκτρολύτης που ρυθμίζει την οσμωτική ισορροπία και την αρτηριακή πίεση.
Ενδοκυττάριος ηλεκτρολύτης κρίσιμος για καρδιακή και μυϊκή λειτουργία.
Συνεργάζεται με το νάτριο για τη διατήρηση οσμωτικής και οξεοβασικής ισορροπίας.
Εκτιμώμενος ρυθμός σπειραματικής διήθησης βάσει κρεατινίνης — σταδιοποίηση χρόνιας νεφρικής νόσου.
Εναλλακτικός υπολογισμός σπειραματικής διήθησης μέσω κυστατίνης C.
Διαφοροδιάγνωση μεταξύ προ-νεφρικών και νεφρικών αιτιών δυσλειτουργίας.
Πρώιμος δείκτης σπειραματικής βλάβης — κρίσιμος σε διαβητικούς και υπερτασικούς.
Χρησιμοποιείται για διόρθωση συγκεντρώσεων άλλων αναλυτών στα ούρα.
Πιο ακριβής εκτίμηση μικροαλβουμινουρίας — προτιμητέος δείκτης πρώιμης νεφροπάθειας.
Θυρεοειδής
5 βιοδείκτεςΟρμόνη της υπόφυσης που διεγείρει τον θυρεοειδή — πρώτος δείκτης για υπο/υπερθυρεοειδισμό.
Η κύρια ορμόνη που παράγεται από τον θυρεοειδή — απόθεμα για μετατροπή σε T3.
Η βιολογικά πιο δραστική θυρεοειδική ορμόνη — επηρεάζει τον μεταβολικό ρυθμό κάθε κυττάρου.
Αυτοαντισώματα που υποδηλώνουν αυτοάνοση θυρεοειδίτιδα (Hashimoto, νόσος Graves).
Αυτοαντισώματα κατά της θυρεοσφαιρίνης — συμπληρωματικός δείκτης αυτοάνοσης νόσου.
Σίδηρος & Αναιμία
2 βιοδείκτεςΣτιγμιαία μέτρηση κυκλοφορούντος σιδήρου — επηρεάζεται από κιρκάδιο ρυθμό και πρόσφατο γεύμα.
Η κύρια πρωτεΐνη αποθήκευσης σιδήρου — ο πιο αξιόπιστος δείκτης αποθεμάτων σιδήρου.
Γενική Αίματος
20 βιοδείκτεςΣυνολικός αριθμός λευκών — δείκτης λοίμωξης, φλεγμονής ή αιματολογικής δυσλειτουργίας.
Συνολικός αριθμός ερυθρών αιμοσφαιρίων — βάση εκτίμησης αναιμίας ή πολυκυτταραιμίας.
Η πρωτεΐνη που μεταφέρει οξυγόνο στα ιστά — βασικός δείκτης αναιμίας.
Το ποσοστό όγκου που καταλαμβάνουν τα ερυθρά στο ολικό αίμα.
Διαφοροδιάγνωση αναιμιών — μικροκυτταρικές, νορμοκυτταρικές, μακροκυτταρικές.
Μέση ποσότητα αιμοσφαιρίνης ανά ερυθροκύτταρο.
Μέση συγκέντρωση αιμοσφαιρίνης ανά μονάδα όγκου ερυθροκυττάρου.
Δείκτης ομοιογένειας μεγέθους ερυθροκυττάρων — υψηλό RDW υποδηλώνει ανισοκυττάρωση.
Κυτταρικά συστατικά που συμβάλλουν στην πήξη του αίματος.
Η πιο άφθονη κατηγορία λευκών — πρώτη γραμμή άμυνας σε βακτηριακές λοιμώξεις.
Ποσοστιαία αναλογία ουδετερόφιλων επί του συνόλου των λευκών.
Λευκά αιμοσφαίρια κεντρικά στην ειδική (προσαρμοστική) ανοσία.
Ποσοστιαία αναλογία λεμφοκυττάρων επί του συνόλου των λευκών.
Μεγάλα λευκά κύτταρα που γίνονται μακροφάγα στους ιστούς.
Ποσοστιαία αναλογία μονοκυττάρων επί του συνόλου των λευκών.
Δείκτης αλλεργικών αντιδράσεων και παρασιτικών λοιμώξεων.
Ποσοστιαία αναλογία ηωσινόφιλων επί του συνόλου των λευκών.
Λευκά αιμοσφαίρια που συμμετέχουν σε φλεγμονώδεις και αλλεργικές αντιδράσεις.
Ποσοστιαία αναλογία βασεόφιλων επί του συνόλου των λευκών.
Ανώριμα ερυθροκύτταρα στην κυκλοφορία — δείκτης αυξημένης ερυθροποίησης ή νοσηρότητας.
Λιπαρά Οξέα
9 βιοδείκτεςΆθροισμα EPA, DHA και DPA — αντιφλεγμονώδης δείκτης διατροφικής ποιότητας.
Δοκοσαεξαενοϊκό οξύ — δομικό λιπαρό οξύ εγκεφάλου και αμφιβληστροειδούς.
Εικοσαπενταενοϊκό οξύ — ισχυρός αντιφλεγμονώδης δείκτης, ιδιαίτερα για καρδιαγγειακή υγεία.
Δοκοσαπενταενοϊκό οξύ — ενδιάμεσος μεταβολίτης μεταξύ EPA και DHA.
Σύνολο ωμέγα-6 λιπαρών οξέων στον ορό — δυνητικά προφλεγμονώδης αν υπερβαίνει τα ωμέγα-3.
Πρόδρομος προφλεγμονωδών εικοσανοειδών — επηρεάζει φλεγμονώδη διεργασία.
Απαραίτητο λιπαρό οξύ από φυτικά έλαια — επηρεάζει τη συνολική ωμέγα ισορροπία.
Δείκτης φλεγμονώδους ισορροπίας — υψηλές τιμές υποδηλώνουν προφλεγμονώδες προφίλ.
Δείκτης γενικής διατροφικής ποιότητας — βέλτιστος λόγος ≈ 4:1 ή χαμηλότερος.
Γενική Ούρων
19 βιοδείκτεςΜακροσκοπική αξιολόγηση — δείκτης ενυδάτωσης και πιθανών παθήσεων.
Δείκτης συγκέντρωσης ούρων και ικανότητας πύκνωσης των νεφρών.
Δείκτης οξεοβασικής ισορροπίας — επηρεάζεται από διατροφή και μεταβολική κατάσταση.
Παρουσία πρωτεΐνης — δείκτης πιθανής νεφρικής δυσλειτουργίας.
Παρουσία γλυκόζης — υποδηλώνει υπέρβαση νεφρικού ορίου ή σακχαρώδη διαβήτη.
Δείκτης κετογένεσης — εμφανίζεται σε νηστεία, κετογονική δίαιτα ή διαβητική κετοξέωση.
Παρουσία ερυθροκυττάρων ή αιμοσφαιρίνης που δεν φαίνεται μακροσκοπικά.
Παρουσία χολερυθρίνης — δείκτης ηπατοχολικής δυσλειτουργίας.
Μεταβολίτης χολερυθρίνης — δείκτης ηπατικής και εντερικής διαδρομής.
Δείκτης βακτηριακής λοίμωξης του ουροποιητικού.
Παρουσία λευκών — δείκτης λοίμωξης ή φλεγμονής του ουροποιητικού.
Παρουσία ερυθρών — δείκτης ουρολογικής, νεφρικής ή ουροδόχου παθολογίας.
Δείκτης απόπτωσης επιθηλίου ή ποιότητας δείγματος.
Διαφοροδιάγνωση νεφρικών παθήσεων — υαλώδη, κοκκώδη, κυτταρικά.
Στερεές μορφές ορυκτών αλάτων που καθιζάνουν στα ούρα — τι σημαίνει η παρουσία τους στη γενική ούρων.
Μικροοργανισμοί που εντοπίζονται στο ίζημα των ούρων — πότε δείχνουν λοίμωξη και πότε επιμόλυνση.
Ζυμομύκητες στο ίζημα των ούρων — συνήθως συνδέονται με μυκητιασική λοίμωξη ή με επιμόλυνση του δείγματος.
Έκκριμα της βλεννογόνου επένδυσης του ουροποιητικού — συνήθως φυσιολογικό σε μικρή ποσότητα.
Ιζήματα αλάτων στο δείγμα ούρων — συνήθως ακίνδυνα και συχνά διατροφικής αιτίας.